Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

ΟΝΕΙΡΕΜΑ





















Άγγιξε ο Μορφέας την κούνια του σύμπαντος
και οι άγγελοι κλείσαν τα φτερά τους
φίλησε γλυκά το μάγουλο του βρέφους
στην αγκαλιά της σιωπής
και τα σπουργίτια δίχως πίκρα
στο πρόσωπο θυμήθηκαν
μπήκε σε περβάζι η μανόλια και ονειρεύτηκε
τη θάλασσα
βούτηξε ένα αστέρι στο νεφέλωμα του Ωρίωνα
γιατί ήθελε να ανήκει εκεί
και εσύ πήρες του γιασεμιού την όψη.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013



Εκστατικό τίναγμα
της ψυχής σου τ' όραμα
καθώς αποχωρίζεσαι
τη δυαδική σου φύση
και ταξιδιώτης γίνεσαι
των αστεριών
στα μέρη τα πρωτόγνωρα
και στα λημέρια
του φωτός.


Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Αγκάλιασε με ...



Η αρμονία η συναίσθηση

η κίνηση του πρωτόγνωρου φάσματος

οι μνήμες της αγάπης

Σε μια σταγόνα φως ορίζομαι

Ταξίδεψα στων άστρων τη φλεγόμενη τρέλλα

Μες στη χαώδη πολυτέλεια του γαλαξία

που απ΄τον Έρωτα γεννήθηκε

στου χρόνου την απύθμενη αγκαλιά

Αγκάλιασε με

Είμαι μια πυγολαμπίδα τόση δα.

 G.M

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

The Lady of Shalott




 On either side the river lie
Long fields of barley and of rye,
That clothe the wold and meet the sky;
And thro' the field the road runs by
To many-tower'd Camelot;
And up and down the people go,
Gazing where the lilies blow
Round an island there below,
The island of Shalott.
Willows whiten, aspens quiver,
Little breezes dusk and shiver
Thro' the wave that runs for ever
By the island in the river
Flowing down to Camelot.
Four grey walls, and four grey towers,
Overlook a space of flowers,
And the silent isle imbowers
The Lady of Shalott.
By the margin, willow veil'd
Slide the heavy barges trail'd
By slow horses; and unhail'd
The shallop flitteth silken-sail'd
Skimming down to Camelot:
But who hath seen her wave her hand?
Or at the casement seen her stand?
Or is she known in all the land,
The Lady of Shalott?
Only reapers, reaping early
In among the bearded barley,
Hear a song that echoes cheerly
From the river winding clearly,
Down to tower'd Camelot:
And by the moon the reaper weary,
Piling sheaves in uplands airy,
Listening, whispers "'Tis the fairy
Lady of Shalott."
 II
There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.
She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.
And moving thro' a mirror clear
That hangs before her all the year,
Shadows of the world appear.
There she sees the highway near
Winding down to Camelot:
There the river eddy whirls,
And there the surly village-churls,
And the red cloaks of market girls,
Pass onward from Shalott.
Sometimes a troop of damsels glad,
An abbot on an ambling pad,
Sometimes a curly shepherd-lad,
Or long-hair'd page in crimson clad,
Goes by to tower'd Camelot;
And sometimes thro' the mirror blue
The knights come riding two and two:
She hath no loyal knight and true,
The Lady of Shalott.
But in her web she still delights
To weave the mirror's magic sights,
For often thro' the silent nights
A funeral, with plumes and lights,
And music, went to Camelot:
Or when the moon was overhead,
Came two young lovers lately wed;
"I am half sick of shadows," said
The Lady of Shalott.
 III
A bow-shot from her bower-eaves,
He rode between the barley-sheaves,
The sun came dazzling thro' the leaves,
And flamed upon the brazen greaves
Of bold Sir Lancelot.
A red-cross knight for ever kneel'd
To a lady in his shield,
That sparkled on the yellow field,
Beside remote Shalott.
The gemmy bridle glitter'd free,
Like to some branch of stars we see
Hung in the golden Galaxy.
The bridle bells rang merrily
As he rode down to Camelot:
And from his blazon'd baldric slung
A mighty silver bugle hung,
And as he rode his armour rung,
Beside remote Shalott.
All in the blue unclouded weather
Thick-jewell'd shone the saddle-leather,
The helmet and the helmet-feather
Burn'd like one burning flame together,
As he rode down to Camelot.
As often thro' the purple night,
Below the starry clusters bright,
Some bearded meteor, trailing light,
Moves over still Shalott.
His broad clear brow in sunlight glow'd;
On burnish'd hooves his war-horse trode;
From underneath his helmet flow'd
His coal-black curls as on he rode,
As he rode down to Camelot.
From the bank and from the river
He flash'd into the crystal mirror,
"Tirra lirra," by the river
Sang Sir Lancelot.
She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The curse is come upon me," cried
The Lady of Shalott.
 IV
In the stormy east-wind straining,
The pale yellow woods were waning,
The broad stream in his banks complaining,
Heavily the low sky raining
Over tower'd Camelot;
Down she came and found a boat
Beneath a willow left afloat,
And round about the prow she wrote
The Lady of Shalott.
And down the river's dim expanse -
Like some bold seer in a trance,
Seeing all his own mischance -
With a glassy countenance
Did she look to Camelot.
And at the closing of the day
She loosed the chain, and down she lay;
The broad stream bore her far away,
The Lady of Shalott.
Lying, robed in snowy white
That loosely flew to left and right -
The leaves upon her falling light -
Thro' the noises of the night
She floated down to Camelot:
And as the boat-head wound along
The willowy hills and fields among,
They heard her singing her last song.
The Lady of Shalott.
Heard a carol, mournful, holy,
Chanted loudly, chanted lowly,
Till her blood was frozen slowly,
And her eyes were darken'd wholly,
Turn'd to tower'd Camelot.
For ere she reach'd upon the tide
The first house by the water-side,
Singing in her song she died
The Lady of Shalott.
Under tower and balcony,
By garden-wall and gallery,
A gleaming shape she floated by,
Dead-pale between the houses high,
Silent into Camelot.
Out upon the wharfs they came,
Knight and burgher, lord and dame.
And round the prow they read her name,
The Lady of Shalott.
Who is this? and what is here?
And in the lighted palace near
Died the sound of royal cheer;
And they cross'd themselves for fear,
All the knights at Camelot:
But Lancelot mused a little space;
He said, "She has a lovely face;
God in his mercy lend her grace.
The Lady of Shalott."

Alfred, Lord Tennyson

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

To τέλος του ήλιου




A
ιώνιος ήλιος
στα παγωμένα σου χείλη
ξεψύχησε
και αφάνισε την κοσμική αφέλεια
από το μέτωπο σου.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Στην άκρη του κόσμου...


Στο φάρο κοντά τον γνώρισα
πάνω στο φυλάκιο σκαρφαλωμένο
εκεί όπου τελειώνει η γη
ένιωσα τη φωνή του να με τρυπά
μαζί με το ουρλιαχτό του ανέμου
στα μάτια του είδα το παρελθόν μου
Tη μέρα ήτανε γέρος
τη νύχτα ήταν παιδί
πότε ήτανε λύκος
πότε ο θάνατος
με αναγνώρισε
ήταν ο φύλακας
τον αναγνώρισα
ήμουν η λίμνη..

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Πήρε αιθέρα νερό και φωτιά έφτιαξε το πρώτο άστρο το άφησε να αιωρείται γύρω του άρχισε τα παιχνίδια τον έκανε να το κυνηγά στη χούφτα του δεν χώραγε τότε σκέφτηκε θα κάνω κάτι που θα χωρά στη χούφτα μου και θα είναι δικό μου και τόκανε...

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Νημερτής

Όμορφο να χάνομαι
στων χειλιών σου
τα μυστικά περάσματα
αιώρηση και ανέμισμα
και μέθη
και καταλλαγή

κι ύστερα
η επανάσταση εκείνη
που αντλεί απ'τις συλλαβές σου
όλη της τη θεία ορμή
και κατεβαίνοντας σαν πυρωμένος ποταμός
αρδεύει το είναι μου

κι από της θάλασσας τη μοναξιά
ανεβαίνω μάτια μου
στο αρχοντικό της αιώνιας νιότης
σε σένα!
Νημερτής 

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Δέηση...



Ποια ώρα έπαψε

το νεφελόγιομο φτερούγισμα
την αυτόνομη συνθήκη
του κόκκινου
της ισόβιας παπαρούνας
το ανύστακτο μάτι
δέηση προς τα που
Ποια μέρα κατακρεούργησε
το χάρτινο περιστέρι της
έννομης απόφασης
τη φερέγγυα μονομαχία
του άνυδρου φωτός
στο μυχό της απόκρισης
το σπειροειδή γαλαξία
των φανερών αναστεναγμών
Ποια νύχτα έσβησε
τους πυρσούς της μεταλλαγμένης
επιθυμίας
τη φυλλομετρημένη παρτιτούρα
των ιππόκαμπων
την παράχθεια κατοικία
της λιβελούλας
δέηση προς τα που....

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

ΕΣΥ..




Ένιωσα μέσα στους αιώνες
τη φωνή σου να με καλεί
χωρίς μνήμη
χωρίς στόμα
ότι απέμεινε
από το φάντασμα των αναμνήσεων
Εσύ
Ένιωσα τη σάρκα σου όλη
να διεισδύει στη ψυχή μου
κάθε φορά
που άνοιγα στα δύο
κάθε φορά
που σου πρόσφερα
ένα χρυσό ροδάκινο
Εσύ
κι σάρκα σου όλη
όταν οι αίολες λέξεις
αγεροδρομούν
όταν τα φεγγάρια
ερωτευθούν
Εσύ
πάντα να με καλείς
όχι πολύ μακριά
από τον κύκλο
φωνή ερωτική
χωρίς σάρκα
χωρίς μνήμη
χωρίς όνομα
Εσύ.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

YΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ


Κάθε βράδυ σε μισώ
κάθε βράδυ μουσκεύουν
οι σκέψεις μου
υδατογραφία σε μωβ
σε απάνεμα νερά
γυρισμένες ανάποδα
πόθε αγέννητε
σώμα της βροχής
δέρμα της ψυχής
ερεθισμένο.